Ο Sal θυμάται: Ο Michael Bronner μιλά με τον Salvador Hernandez για τα πολλά χρόνια εργασίας του στην Dr. Bronner’s

 

Ο Salvador Hernandez έχει πορευθεί μαζί με την Dr. Bronners για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ’ ότι οποιοσδήποτε υπάλληλος, οικογένεια και μη. Ήταν ο διευθυντής του εργοστασίου για πολλά χρόνια, και μεγάλωσε ακόμα και την οικογένεια του στους χώρους του παλιού εργοστασίου σαπωνοποιίας στο Εσκοντίντο, σε ένα διπλανό σπίτι που αργότερα θα φιλοξενούσε και τα κεντρικά γραφεία της εταιρίας. Αυτή την περίοδο καθοδηγεί την τελευταία «σοδειά» επιβλεπόντων του εργοστασίου, ασκείται αρκετά ώστε να κάνει έναν προπονητή μποξ να αισθάνεται περήφανος και απολαμβάνει να περνάει χρόνο με τη σύντροφό του και τα εγγόνια του.

Που μεγάλωσες και με τι ασχολούσουν πριν να έρθεις στην Αμερική;

Μεγάλωσα στο Μιχοακάν, σε ένα μικρό χωριό με το όνομα Chavinda. Ο πατέρας μου ήταν αγρότης που καλλιεργούσε καλαμπόκι και φασόλια, και δούλευα μαζί του από τότε που ήμουν 5 χρονών. Τελείωσα το λύκειο και τότε πήρα άδεια από τον πατέρα μου για να πάω να δουλέψω στο μανάβικο του θείου μου. Δεν ήξερα τίποτα γύρω από ένα μανάβικο αλλά έμαθα πολλά δουλεύοντας από τις 5 π.μ. έως τις 10 μ.μ., έξι μέρες την εβδομάδα. Δεν είχαμε κομπιουτεράκια  ή ταμεία, έτσι έπρεπε να μάθεις να κάνεις τις πράξεις για όλες τις συναλλαγές στο κεφάλι σου. Ο λόγος για τον οποίο ήρθα στην Αμερική ήταν για να βγάλω αρκετά λεφτά μέσα σε 2-3 χρόνια και να επιστρέψω για να ανοίξω το δικό μου κατάστημα.

Πώς ήρθες στο Escondido;

Το 1970 ανέβηκα στο λεωφορείο μαζί με έναν ξάδερφό μου που ήταν νόμιμος κάτοικος. Είχε έναν φίλο με ένα μανάβικο στο Oxnard, και είπε ότι θα μπορούσε να μου δώσει δουλειά αμέσως. Όταν φτάσαμε στην Τιχουάνα, με άφησε με φίλους και μου είπε πως θα επέστρεφε σε μία εβδομάδα. Λοιπόν, δεν επέστρεψε ποτέ. Έτσι αυτοί οι άνθρωποι, μία μεγαλύτερη σε ηλικία κυρία και ο άντρας της, με λυπήθηκαν. Βλέπεις ήταν η πρώτη φορά που έφευγα από την πόλη στην οποία γεννήθηκα, και η Τιχουάνα ήταν τρομακτική.

Ύστερα από λίγο καιρό γνώρισα την πρώην γυναίκα μου. Ήταν Αμερικανίδα και συνήθιζε να επισκέπτεται την Τιχουάνα μία φορά την εβδομάδα για να με δει, μέχρι που ξαφνικά μία μέρα μου ανακοινώνει ότι δεν θέλει να έρχεται πια. “Πρέπει να περάσεις τα σύνορα, πρέπει να περάσεις τα σύνορα» μου έλεγε συνέχεια. Έτσι πληρώσαμε έναν τύπο $30 για να με περάσει, και χρειάστηκε μόλις μία ώρα.

Πως γνώρισες τον παππού μου;

Κάθε Παρασκευή ο Dr. Bronner συνήθιζε να βγάζει ομιλία. Όλοι οι υπάλληλοι ήταν καλεσμένοι, ενώ αυτός θα μιλούσε για τις ετικέτες του και άλλα ζητήματα. Μετά από την ομιλία συνήθιζε να τους βγάζει όλους για φαγητό. Η πεθερά μου τότε δούλευε για αυτόν και συσκεύαζε όλες τις σκόνες που χρησιμοποιούσε, όπως γλυκαντικό βύνης σιταριού, ασβέστιο καρότου και καρυκεύματα πρωτεϊνών, οπότε πήγαινα και εγώ μαζί της.

Ο Dr. Bronner με ρώτησε από που ήμουν και πώς πέρασα τα σύνορα. Με ρώτησε τι μπορώ να κάνω και του είπα πως μπορώ να κάνω οτιδήποτε. «Μπορείς να οδηγείς φορτηγό;» είπε, και εγώ απάντησα «Δεν ξέρω να οδηγώ φορτηγό αλλά μπορώ να μάθω». Είπα πως ο πεθερός μου είναι οδηγός φορτηγού και μπορεί να με διδάξει. Ο Dr. Bronner είπε OK, και έτσι, την επόμενη Δευτέρα πήγα στο εργοστάσιο μαζί με τον πεθερό μου και ξεκινήσαμε.

Ποιες είναι κάποιες από τις διαπλαστικές αναμνήσεις που έχεις από τον παππού μου;

«Είμαι τυφλός και είσαι αρκετά έξυπνος»,” μου είπε. «και θέλω να σε βοηθήσω αλλά πρέπει να με βοηθήσεις και εσύ. Θα σου δώσω μία καλή συμβουλή: Μην κλέψεις ποτέ τίποτα από εμένα γιατί αργά ή γρήγορα θα το μάθω. Όποτε χρειάζεσαι κάτι, όποτε θες κάτι, έλα σε εμένα και θα βοηθήσω, αλλά μην πας να κάνεις τίποτα πονηρό». «Δεν χρειάζεται να μου το πείτε αυτό» απάντησα εγώ «γιατί δόξα τον Θεό δεν το συνηθίζω. Και είναι αστείο γιατί και ο θείος μου, μου είπε το ίδιο πράγμα που μου λέτε εσείς τώρα».

Πως ανελίχθηκες για να φτάσεις να γίνεις ο διευθυντής του εργοστασίου;

Όταν ξεκίνησα να εργάζομαι στο εργοστάσιο, ήταν γεμάτο από ανθρώπους από το Μεξικό και ελάχιστοι από αυτούς μιλούσαν αγγλικά, έτσι η Phyllis, η διευθύντρια εκείνη την περίοδο, με χρησιμοποιούσε σαν διερμηνέα. Σιγά-σιγά ξεκίνησε να μου μαθαίνει να κάνω το γραφειοκρατικό μέρος της δουλειάς και να μου δίνει περισσότερες ευθύνες. Κάποιες φορές όταν αυτή θα αργούσε, με καθιστούσε υπεύθυνο να ανοίξω τις πύλες και να πω στους εργάτες τι να κάνουν κ.λπ..».

Αφού συνταξιοδοτήθηκε ο Dr. Bronner προσέλαβε μία άλλη γυναίκα, αλλά μετά από κάποιους μήνες αναγκάστηκε να την απολύσει. Πουλούσε το χρησιμοποιημένο μέταλλο, πλαστικό και χαρτί, χωρίς να το πει στον  Dr. Bronner κρατώντας όλα τα χρήματα η ίδια. Αργότερα ήταν υπεύθυνη για τη μισθοδοσία. Ξαφνικά μία μέρα ο Dr. Bronner μου λέει «Γνωρίζεις κάθε άνθρωπο που δουλεύει εδώ. Θέλω να μου τους πεις έναν-έναν». Έτσι και έκανα, ενώ ο λογιστής του τα κατέγραψε όλα και στη συνέχεια μου έδωσε να τα ελέγξω. «Υπάρχει κάποιος άλλος;» ρώτησε και απάντησα «Oχι.». «Είσαι σίγουρος;» με ρώτησε ξανά. «Ναι» απάντησα. Ξέρεις τι έκανε; Πλήρωνε τον φίλο της βάζοντάς τον στη λίστα μισθοδοσίας, ενώ αυτός δεν εργαζόταν καν εκεί. Έτσι αφού την απέλυσε τον ρώτησα «Τώρα θα προσλάβεις κάποιον άλλο να την αντικαταστήσει;», και αυτός μου απάντησε «Όχι. Εσύ θα το κάνεις».

Γνωρίζω ότι είχες μία ξεχωριστή σχέση με τον παππού μου και τον θεωρούσες σχεδόν πατέρα σου. Τι ήταν αυτό που σας έφερε τόσο κοντά;

Λοιπόν, συνήθιζε να μου λέει ιστορίες για την εποχή που ήταν νέος. Πως ήταν όταν ήρθε πρώτη φορά στην Αμερική και έπιασε δουλειά σε κάποιο εργοστάσιο στο Σικάγο. Πως συνήθιζε να κοιμάται σε χαρτόκουτα και το μαξιλάρι του ήταν γεμάτο με πλαστικά σκουπίδια. Και πώς του συμπεριφέρονταν τότε οι άνθρωποι, οι Αμερικάνοι. Κάποιοι από αυτούς τον έβριζαν ενώ κάποιοι άλλοι του πετούσαν τα αποφάγια τους. Έτσι μπορούσε να καταλάβει τον τρόπο που μας συμπεριφέρονταν μερικές φορές όταν  ερχόμαστε από το Μεξικό, και πως μας αποκαλούν. Κάποιοι άνθρωποι είναι ρατσιστές, και δεν μας συμπαθούν. Μας λένε «Γιατί δεν πάτε πίσω από εκεί που ήρθατε;».

Όλοι εμείς που ερχόμαστε από άλλες χώρες, ερχόμαστε για ένα όνειρο, για μία καλύτερη ζωή στην Αμερική, για να μπορούμε να έχουμε τα πάντα καλύτερα. Ελπίζουμε ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν στη χώρα μας, στην πόλη μας, και ότι θα μπορέσουμε να πάμε πίσω. Και είμαι σίγουρος ότι το ίδιο πράγμα συνέβη και σε αυτόν. Ναι, του συμπεριφέρθηκαν πολύ άσχημα. Όπως και σε εμάς.   

Κάποια συμβουλή για εμάς;

Δεν μπορείς να ζεις για να δουλεύεις γιατί έτσι απλά θα καταφέρεις να εξαντλήσεις τον εαυτό σου. Πρέπει να αφήνεις τον εαυτό σου να χαλαρώνει. Να κάνει ένα διάλειμμα. Έχω πολύ εμπειρία και  να ξέρεις ότι μπορείς να μου μιλήσεις όποτε θες. Είμαι ο δικός σου Θείος Sal!

Η Fran ήταν εκεί για να τα ζήσει όλα

Λίγο πριν το θάνατό της σε ηλικία 95 ετών, η FRAN PITRONE μίλησε με τον MICHAEL BRONNER για τα 55 χρόνια της στη Dr. Bronners

MB: Που μεγάλωσες;

FP: Στην πόλη Negaunee, της πολιτείας του Μίσιγκαν, με πληθυσμό 5.000 κατοίκων. Η απογραφή δεν άλλαζε ποτέ: όταν κάποιο κορίτσι έμενε έγκυος, κάποιος άντρας έφευγε από την πόλη, έτσι ο αριθμός έμενε πάντα ο ίδιος. Συνηθίζαμε να λέμε ότι είχαμε 9 μήνες χειμώνα και 3 μήνες που δεν μπορούσες να κάνεις χειμερινά σπορ. Ήταν δύσκολα κατά τη μεγάλη ύφεση αλλά δεν πεινάσαμε ποτέ. Είχαμε άμμο σε ένα μέρος στο υπόγειο κελάρι όπου ο πατέρας μου φύτευε πατάτες. Όταν θέλαμε πατάτες, σκάβαμε στην άμμο και τις διαλέγαμε.

 

Ποια ήταν η δουλειά σου όταν βρισκόσουν στο Μίσιγκαν;

Ήμουν επιβλέπουσα της κομητείας από το 1938 έως και το 1941 οπότε και αποσύρθηκα. Ύστερα από τον πόλεμο, δούλευα κατά διαστήματα για την κομητεία – υπό την επίβλεψη και διαμοιρασμένη ανάμεσα σε τρεις άντρες που διαχειρίζονταν την αποθήκη τροφικού πλεονάσματος.

Πως γνώρισες τον παππού μου;

Ήρθαμε εδώ το 1960 και βρήκαμε την πόλη του Escondido, με πληθυσμό 17.000. Είπα «Αυτή είναι μία ιδανική μικρή πόλη. Θα μεγαλώσουμε τα παιδιά μας εδώ». Ο Dom [σύζυγος] δημοσίευσε μία αγγελία στην εφημερίδα στην οποία έγραφε «Μάστορας. Κάνω τα πάντα. Καμία δουλειά δεν είναι πολύ μεγάλη ή πολύ μικρή»“ και ο παππούς σου κάλεσε. Είχε αρκετά μισθωμένα διαμερίσματα που χρειάζονταν επιδιορθώσεις. Ο Dom ζητούσε $2 την ώρα. Ο παππούς σου του είπε «Προσλαμβάνεσαι» και του έδωσε ένα δολάριο την ώρα σε μετρητά και ένα σε σαπούνι. Έκανα δουλειές για αυτόν – οτιδήποτε μου ζητούσε να κάνω. Μετά το θάνατο του Dom ξεκίνησα να φτιάχνω ετικέτες και να γεμίζω προϊόντα.  

Ήσασταν κοντά;

Δεν νομίζω ότι υπήρχε άνθρωπος που να είχε μαζί του τόσο καλή σχέση όσο αυτή που είχε με τον Dom και εμένα. Απλά ευχαριστιόμασταν ο ένας την παρέα του άλλου. Ο Dr. Bronner έμοιαζε να τρέφει βαθύ σεβασμό για εμάς και εγώ δεν φοβόμουν να του αντιμιλήσω. Υπήρχαν φορές που καλούσε στις 3:00 το πρωί για να πει ότι θέλει να γίνει το ένα ή το άλλο, οπότε τελικά χρειάστηκε να πατήσω πόδι. Του είπα πως αν καλέσει πάλι πριν από τις 6:00, δεν θα σηκώσουμε καν το τηλέφωνο.

Μία άλλη φορά, όταν ή κόρη μου η Alexis παντρεύτηκε στο ναό St. Mary’s Church, προσκάλεσα τον Doc και αυτός είπε, «Θα στήσω ένα τραπέζι και θα μοιράζω σαπούνια σε αυτούς που έρχονται στο γάμο». Όταν εγώ του είπα όχι αυτός με ρώτησε γιατί, και σε αυτό του απάντησα «Γιατί είναι μία μέρα αφιερωμένη στην κόρη μου και όχι στον Dr. Bronner». «Frances, γίνεσαι δύσκολη μερικές φορές» είπε. «Το ίδιο και εσύ» του απάντησα. Τότε απλά γέλασε και χτυπώντας το γόνατό του είπε «φαντάζομαι πως είμαι».

Πως ήταν ο «αληθινός» Dr. Bronner;

Σίγουρα ήταν ένας καλός άνθρωπος, και δεν υπήρχε άνθρωπος πιο ειλικρινής από τον παππού σου. Επίσης του άρεσε να γελάει. Μία μέρα πήγα στο γραφείο και έξω ο καιρός ήταν παγωμένος. Ο παππούς σου με ρώτησε αν κάνει κρύο έξω, και του απάντησα «το δαγκώνεις». Έπρεπε να τον ακούσεις πως γελούσε. Γελούσε μέχρι που δεν άντεχε άλλο πια. Και κάθε φορά μετά από αυτό, όταν πήγαινα θα με ρωτούσε «Fran, πόσο κρύο κάνει;». Στοιχηματίζω ότι του έδωσα αυτή την απάντηση περισσότερες από 100 φορές.

 

Σου μιλούσε καθόλου για τη φιλοσοφία του Moral ABC?

Κανείς δεν γινόταν να γλυτώσει τη διάλεξη. Εγώ του έλεγα «Δεν χρειάζεται να κάνεις διαφήμιση σε εμάς. Εμείς ξέρουμε πόσο καλό είναι». Αλλά πιστεύω ότι αποτελεί σωστό οδηγό. Αν οι άνθρωποι ζούσαμε σύμφωνα με αυτόν και τον κάναμε πράξη δεν θα είχαμε ούτε τα μισά προβλήματα απ’ όσα αντιμετωπίζουμε τώρα.

Αν μπορούσες να μιλήσεις στον Dr. Bronner σήμερα, τι θα του έλεγες;

Απλά ένα ευχαριστώ για όσα δημιούργησε για τόσους πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους, στηρίζοντας την εταιρία για να φτάσει να γίνει η επιτυχία που είναι σήμερα και περνώντας τη στα σωστά χέρια όταν έφτασε σε ένα σημείο που δεν μπορούσε πια να τη διαχειριστεί ο ίδιος.